Η λεύκη είναι η συνηθέστερη χρόνια διαταραχή δερματικού αποχρωματισμού, που πλήττει περίπου το 0,5% του παγκόσμιου πληθυσμού.

Οι θεραπείες για τη λεύκη:

  • Κορτικοστεροειδή (τοπικά, ενδοβλαβικά και συστηματικά)
  • Αναστολείς Καλσινευρίνης: Τακρόλιμους & Πιμεκρόλιμους
  • Χειρουργική/Μεταμόσχευση
  • Αποχρωματισμός της υπάρχουσας μελανίνης
  • Φωτοθεραπεία
    • PUVA
    • UVB ( 290-320 nm)
    • Narrow Band -UVB (311 nm)
    • ΟΡΑΤΟ ΦΩΣ & μήκος κύματος 633 nm
    • Excimer Laser phototherapy (308nm)

Κατευθυντήριες οδηγίες αντιμετώπισης της λεύκης από την Ευρωπαϊκή Ακαδημία Δερματολογίας

Η πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση της λεύκης περιλαμβάνει φωτοθεραπεία και συνδυαστική θεραπεία, σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες κατευθυντήριες οδηγίες από το επιστημονικό γκρουπ συγγραφής Vitiliho European Task Force (VETF), οι οποίες έγιναν αποδεκτές για δημοσίευση και δημοσιεύτηκαν στο έγκριτο περιοδικό British Hournal of Dermatology.
Η Ευρωπαϊκή Ακαδημία Δερματολογίας και Αφροδισιολογίας (European Academy of Dermatology and Venereology) συνεργάστηκε με το VETF για την ανάπτυξη νέων δεδομένων και κατευθυντήριων οδηγιών για τη λεύκη.

Η λεύκη είναι μία νόσος που δεν έχει οριστικές και πλήρως αποτελεσματικές θεραπείες. Όμως η φωτοθεραπεία και οι συνδυαστικές θεραπείες είναι οι πιο αποτελεσματικές θεραπείες.
Η θεραπεία θα πρέπει να σταματά την περαιτέρω εξέλιξη των βλαβών και να προσφέρει πλήρη ή σχεδόν πλήρη επαναμελάγχρωση που θα κρίνεται ικανοποιητική για τον ασθενή.
Παγκοσμίως, ο επιπολασμός της λεύκης είναι 0,5%, χωρίς διαφοροποίηση ανά συγκεκριμένες ηλικιακές ομάδες, φυλές ή φύλο.
Οι αιτίες και οι παθοφυσιολογικοί μηχανισμοί που διέπουν τη λεύκη είναι ακόμη πολύ λίγο κατανοητοί και παραμένουν ανεπαρκώς διευκρινισμένοι. Αυτό είναι και το κύριο αίτιο που καθυστερεί την πρόοδο στη διάγνωση και την αντιμετώπιση.

Στρατηγική Αντιμετώπισης

Συστήνονται οι παρακάτω αρχές για την αντιμετώπιση της τμηματικής λεύκης ή
της περιορισμένης μη τμηματικής (που αφορά λιγότερο από 2%-3% της επιφάνειας του σώματος):

  • Θεραπεία πρώτης γραμμής είναι η αποφυγή παραγόντων που μπορούν να θέσουν σε λειτουργία τους μηχανισμούς που μπορούν να αναπτύξουν τη λεύκη και η χρήση τοπικών παραγόντων όπως τα κορτικοστεροειδή ή οι αναστολείς καλσινευρίνης.
  • Θεραπεία δεύτερης γραμμής θα μπορούσε να είναι η εντοπισμένη στενού φάσματος υπεριώδης ακτινοβολία Β (nb-UVB 311nm), κατά προτίμηση με excimer μονογχρωματικό φως ή λέιζερ.
  • Θεραπεία τρίτης γραμμής σε ασθενείς με αισθητικά μη ικανοποιητική επαναμελάγχρωση σε εμφανείς περιοχές μετά από θεραπεία πρώτης ή δεύτερης γραμμής, είναι οι χειρουργικές τεχνικές.

Συστήνονται οι παρακάτω αρχές για την αντιμετώπιση της μη τμηματικής λεύκης:

  • Θεραπεία πρώτης γραμμής είναι η αποφυγή παραγόντων που μπορούν να θέσουν σε λειτουργία τους μηχανισμούς που μπορούν να αναπτύξουν τη λεύκη ή επιβαρυντικών παραγόντων και η σταθεροποίηση του ασθενούς με θεραπεία nb-UVB για 3 μήνες τουλάχιστον. Οι ασθενείς που ανταποκρίνονται σε nb-UVB θα πρέπει να συνεχίσουν τη θεραπεία για 9 μήνες ή περισσότερο. Μία επιπλέον θεώρηση είναι ο συνδυασμός τοπικής θεραπείας UVB με συστηματικές ή τοπικές θεραπείες.
  • Θεραπεία δεύτερης γραμμής για ασθενείς με γρήγορα εξελισσόμενη νόσο ή έλλειψη σταθεροποίησης με nb-UVB, είναι τα συστηματικά κορτικοστεροειδή, minipulse θεραπεία για 3-4 μήνες, ή ανοσοκατασταλτικά.
  • Θεραπεία τρίτης γραμμής είναι η μεταμόσχευση περιοχών που δεν ανταποκρίνονται σε προηγούμενη θεραπεία, ιδιαίτερα αυτών των περιοχών που είναι σημαντικές αισθητικά. Το φαινόμενο Koebner ή η ανάπτυξη λεύκης εκ νέου σε μία περιοχή του δέρματος που δεν είχε επηρεαστεί πριν, σε δέρμα με τραυματισμό, μπορεί να μειώσει την αντοχή του μοσχεύματος. Τα μοσχεύματα δεν ενδείκνυνται στη ράχη των χεριών και σε παρόμοιες περιοχές.
  • Θεραπεία τέταρτης γραμμής για εκτεταμένη λεύκη (καλύπτει πάνω από 50% της επιφάνειας του σώματος), που ανθίσταται στη θεραπεία, ή είναι ορατά εμφανής, είναι ο αποχρωματισμός χρησιμοποιώντας hydroquinone monobenzyl ether ή 4-methoxyphenol σε μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με Q switched λέιζερ.